Κατάφερα και τελείωσα χτες ένα κεφάλαιο ακόμα (ζήτωωω!!), και πριν προχωρήσω με τη διόρθωση, αποφάσισα:
α. Να μου δωσω ρεπό την Κυριακή
β. Να γράψω τίποτε στο καημένο το blog, που με όσο κέφι ξεκίνησα, με άλλη τόση απογοήτευση παράτησα στην άκρη.
γ. Να με επιβραβεύσω με έξοδο σε σινεμά, που τόσο καιρό έχω να πάω.
Αναρωτιέμαι, καμιά φορά, γιατί ενώ πριν μερικά χρόνια δεν έχανα πρεμιέρα νέας ταινίας, και με γοήτευε τόσο η εμπειρία του ‘πηγαίνω κινηματογράφο’ (δηλαδή, η εμπειρία της μεγάλης οθόνης, μπροστά μπροστά (γιατί αλλιώς, ποιά η διαφορά με την τηλεόραση), με ποπ κορν για να μασουλάμε, κι αυτό το περίεργο αίσθημα όταν βγαίνεις από την αίθουσα – αντίδρασης (θετικής ή αρνητικής) προς την ταινία, αλλά και αποπροσανατολισμού προς τον πραγματικό κόσμο (επιρροή, ίσως, του ‘Γυάλινου Κόσμου’ του Ουίλιαμς), τώρα τελευταία θα πάω σπάνια, και συνήθως θα περιμένω –ούτε καν με ανυπομονησία – να δω τις ταινίες σε dvd.
Το φταίξιμο το ρίχνω στις παραγωγές, πάντως, και όχι σε μένα, αλλά το θέμα μου τώρα δεν είναι αυτό, αλλά η ταινία που είδαμε χτες· The Departed, του Martin Scorsese. Πρωταγωνιστες οι Leonardo DiCaprio, Matt Damon και Jack Nicholson, αλλά συμμετέχουν και τόσοι άλλοι γνωστοί, όπως ο Martin Sheen (αν και μετά το West Wing, μου είναι αρκετά δύσκολο να τον δω ως ο,τιδήποτε άλλο εκτός από πρόεδρο τον Ηνωμένων Πολιτειών) και ο Alec Baldwin.
Σκηνοθεσία: Γρήγορη εναλλαγή πλάνων, ιδίως όταν το απαιτεί η δράση των σκηνών, χαμηλές οπτικές γωνίες, προσθέτουν ένα άβολο τοίχο μεταξύ θεατή και ηρώων, γρκρο πλαν που προσπαθούν να δείξουν – χωρίς να περιγράψουν – το υπόβαθρο των χαρακτήρων (ιδίως στην περίπτωση του χαρακτήρα του Nicholson). Να πω την αμαρτία μου, αν δεν ήξερα ότι είναι ο Scorsese ο σκηνοθέτης, δε νομίζω να το μάντευα (αν και αυτό μπορεί να οφείλεται στην άγνοιά μου…), πιο πολύ μου θύμιζε Michael Mann ή John Woo (που εξηγείται κάπως, αν σκεφτεί κανείς ότι η ταινία είναι remake της ταινίας ‘Internal Affairs’ από το Χονγκ Κονγ).
Σενάριο: Αρκετα χαοτικό, ιδίως προς το τέλος που πρέπει να συμμαζευτούν τα ασυμάζευτα (και ίσως μερικά παραμένουν έτσι). Και επίσης: Για ποιό λόγο θα έπαιρνε ένα αφεντικό της Μαφίας έναν τέως αστυνομικό να δουλεύει μαζί του, δίπλα του; Εντάξει, λόγω του παρελθόντος και των ιρλανδέζικων συνδέσεων (που αν δεν τις γνωρίζει κανείς – όπως εγώ, καλή ώρα –νομίζω ότι χάνει πολλά από το υπόβαθρο των χαρακτήρων και των αντιδράσεων τους), να κανονίσει να τον βάλει σε κάποια δουλειά, αλλά στο στενό του κύκλο; Δε νομίζω.
Ηθοποιοί: Εξαιρετικοί (εκτός ίσως από το Matt Damon, που μου φάνηκε να αποδίδει λίγο υπερβολικά την περσόνα του) και εδώ είναι που δεν γνωρίζω που ξεκινά ο ηθοποιός και πού ο σκηνοθέτης. Χάρηκα από την ερμηνεία του De Caprio, βρίσκει σιγά σιγά τη φόρμα του και πάλι, όλη η καλή δουλειά και το ταλέντο που έδειξε στο What’s Eating Gilbert Grape και στο This Boy’s Life φάνηκε να εξατμίζεται από τον Τιτανικό και μετά. Ο Jack Nicholson, μου φάνηκε ότι ήταν σε ‘μάχη’ με το σκηνοθέτη, και όποτε υπερίσχυε αυτός ήταν καρικατούρα, όταν υπερίσχυε ο σκηνοθέτης, γινόταν πιο βαθύς χαρακτήρας.
Συνολική εκτίμηση: Δυνατή, γρήγορη ταινία, με μπόλικη και συχνά απρόβλεπτη βία. Δίνει στο θεατή το δικαίωμα να σκεφτεί και να πάρει θέση στα δρώμενα, αλλά τον παγιδεύει στο να μην μπορεί να πάρει τελεσίδικη απόφαση. Το τέλος αφήνει μια πικρή γεύση, ίσως γιατί δεν δόθηκε επαρκής λύση στα επί της οθόνης, αλλά ίσως γιατί αντικατοπτρίζει τη ζωή, που σπάνια δίνει επαρκείς, ικανοποιητικές λύσεις.